Harrison Bergeron

Γράφω με αφορμή τις προθέσεις του Υπουργείου Παιδείας για εξοβελισμό της αριστείας από το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα. Δηλώνει ο υπουργός Παιδείας Αριστείδης Μπαλτάς: «Η αριστεία είναι ρετσινιά… είναι μια στρεβλή φιλοδοξία».

Σε προσωπικό βιωματικό επίπεδο, μ ενοχλεί βαθιά μέσα μου τούτη η δήλωση: Μπήκα μ εξετάσεις και τέλειωσα το Βαρβάκειο το 1967. Δεν ήμουν από τζάκι, παιδί μιας, ταλαιπωρημένης από την μετεμφυλιακή πραγματικότητα, μικροαστικής οικογένειας εσωτερικών μεταναστών που έμενε στο νοίκι στην Κοκκινιά. Το ίδιο και οι περισσότεροι συμμαθητές μου. Το Βαρβάκειο της εποχής μου μας δίδαξε την αριστεία και την αξιοκρατία μέσα από τη σκληρή δουλειά. Έβαλε όλους τους συμμαθητές μου να πετύχουν με καλή σειρά (οι περισσότεροι αρίστευσαν) στις Σχολές που θέλαμε. Μετά, ο καθένας πήρε το δρόμο του…

Δεν είναι η πρώτη φορά που η ισοπεδωτική αντίληψη της κατάργησης της αριστείας επανέρχεται με τον έναν ή τον άλλο τρόπο μέχρις ότου η μοναδικότητα του ατόμου εξαφανισθεί και δεν παραμένει τίποτα που να επιβεβαιώνει την ύπαρξή του. Σε φιλοσοφικό επίπεδο, η έννοια της εξίσωσης (διάβαζε ισοπέδωσης) πρωτοξεκίνησε από τον υπαρξιακό φιλόσοφο Søren Kierkegaard. Για τον Kierkegaard, η έννοια της ισοπέδωσης είναι η διαδικασία της καταστολής της ατομικότητας. Την έννοια την υιοθέτησε στη συνέχεια η «αριστερή» διανόηση εντάσσοντάς την παραφθαρμένα και διαστρεβλωτικά στην αρχή της ισότητας.

Είχα και προσωπικά υιοθετήσει μια τέτοια αντίληψη στα φοιτητικά μου χρόνια (αμαρτία εξομολογημένη παραμένει αμαρτία ??) μέχρις το 1971 όταν τότε έπεσε στα χέρια μου το βιβλίο του Kurt Vonnegut με τίτλο “Welcome to the Monkey House” και άλλαξα απόψεις. Είναι μια συλλογή από μικρά διηγήματα που δημοσιεύθηκαν το 1968 από τα οποία είχα ξεχωρίσει αυτό με τον τίτλο Harrison Bergeron.

Κάθε φορά που ακούω για κατάργηση της αριστείας κατεβάζω από το ράφι και ξαναδιαβάζω την ιστορία του Harrison Bergeron. Το ίδιο έκανα και τώρα:

Είμαστε στο 2081 σε μια σοσιαλιστική δημοκρατία όπου υπάρχει νόμος που απαιτεί όλοι οι άνθρωποι να είναι ίσοι: Αυτοί που είναι ομορφότεροι επιβάλλεται να φορούν μάσκες για να κρύβουν την ομορφιά τους, αυτοί που είναι έξυπνοι έχουν ένα ραδιόφωνο που είναι εμφυτευμένο στ αυτιά τους που παίζει συνεχώς για να αποδιοργανώνει τη σκέψη τους, κι αυτοί που είναι δυνατοί φορούν εξισορροπητικά πρόσθετα βάρη. Την αστυνόμευση της καθολικής εφαρμογής των αντιροπιστικών μέτρων έχουν ειδικοί πράκτορες του Υπουργείου Εξάλειψης Μειονεκτημάτων.

Αρχηγός στην οικογένεια Bergeron είναι ο πατέρας, ο George, που όντας υπέρ το δέον ευφυής έχει φυτεμένο ένα ραδιοφωνάκι που εμποδίζει τη σκέψη του κι έχει 21 κιλά κρεμασμένα βάρη στο σβέρκο του για να περιορίζουν τη δύναμή του. Αντίθετα, η σύζυγος, η Hazel, έχει κατ ευφημισμό, μέτρια ευφυΐα (είναι μάλλον χαζή). Το ζευγάρι έχει έναν έφηβο γυιό, τον Harrison, που είναι αθλητικός και ευφυής και γι αυτό στα 14 του, η Κυβέρνηση τον παίρνει από τους γονείς του και τον κλείνει φυλακή.

Ένα βράδυ, το ζεύγος Bergeron παρακολουθεί μια ζωντανή παράσταση μπαλέτου στην τηλεόραση του σπιτιού τους. Οι μπαλαρίνες φοράν μάσκες για να μην φαίνεται η ομορφιά τους και βάρη για να κρύβεται η χάρη τους. Η Hazel λυπάται τον άντρα της που είναι εξουθενωμένος από τα βάρη που κουβαλά και του προτείνει να τον ξαλαφρώσει λίγο αλλά αυτός αρνείται γιατί σίγουρα σκέπτεται τις συνέπειες μιας τέτοιας παράνομης πράξης.

Το πρόγραμμα του μπαλέτου διακόπτεται απότομα, όταν στο πλατό εισβάλει ένας δημοσιογράφος που επιβάλει στην πρίμα μπαλαρίνα να διαβάσει ένα έκτακτο δελτίο ειδήσεων: Ο Harrison την κοπάνησε από τη φυλακή και αναζητείται. Προβάλλεται μια ολόσωμη φωτογραφία του και δίνονται τα στοιχεία του: Είναι ένας γίγαντας 2.10 και φορά αντιροπιστικά 140 κιλά.

Ο George αναγνωρίζει στιγμιαία τον γυιό του αλλά η σκέψη του γρήγορα σταματά γιατί την εμποδίζει το ραδιοφωνάκι στα αυτιά του και σηκώνεται να πάει στην κουζίνα σαν να μην τρέχει τίποτα. Τότε εισβάλλει στο πλατό ο Harrison. Λέει ότι θέλει ν ανατρέψει την κυβέρνηση, αποτινάσει τα βάρη του, βγάζει κι αυτά της πρίμα μπαλαρίνας και καλεί τους μουσικούς να κάνουν το ίδιο. Αυτοί υπακούουν και αρχίζουν να παίζουν θεϊκά ξεδιπλώνοντας το ταλέντο τους, κάτι που σίγουρα δεν ήταν επιτρεπτό πιο πριν. Υπό τους ήχους αυτής της μουσικής ο Harrison και η μπαλαρίνα χορεύουν πετώντας μέχρι την οροφή, ανταλλάσοντας φιλιά στον αέρα. Η επανάσταση ενάντια στην ισοπέδωση έχει αρχίσει και τα ταλέντα του καθενός ξεδιπλώνονται και μεταδίδονται ζωντανά από την τηλεόραση.

Τότε, η Υπουργός Εξάλειψης Μειονεκτημάτων εισβάλλει στο studio και πυροβολεί σκοτώνοντας τον Harisson και τη μπαλαρίνα. Επιβάλλει στους μουσικούς να ξαναφορέσουν τα βάρη τους και η οθόνη της TV μαυρίζει. H Hazel, που βλέπει να συμβαίνουν όλα αυτά, πατάει τα κλάματα. Ο George που δεν έχει δει τίποτα, επιστρέφοντας από την κουζίνα τη ρωτά γιατί κλαίει. Αυτή του απαντά ότι κάτι δυσάρεστο έγινε στην τηλεόραση αλλά δεν θυμάται τι. Αυτός την παρηγορεί και το ζευγάρι συνεχίζει τη ζωή του κανονικά σαν να μην έγινε τίποτα.

Αυτή είναι η ιστορία του Harrison Bergeron και παρακαλώ να τη μεταφέρετε όπου δει…

Posted in Uncategorized | Σχολιάστε

Κόλαση

Τούτες τις γιορτάρες μέρες, κάνουμε όλοι την κριτική του χρόνου που πέρασε και σχεδιάζουμε (όσο μας παίρνει…) τον επόμενο. Μιλώντας με φίλους και γνωστούς, διαπίστωσα ότι ανεξαιρέτως όλοι μας είμαστε αγανακτισμένοι, απογοητευμένοι και πεπεισμένοι ότι πάμε κατά διαόλου…

Και πάνω που είχα τις μαύρες μου, ήλθε ο καλός μου φίλος και μ έστειλε ακόμα παρακάτω, λέγοντας πως όλοι αυτοί οι Michel, οι Χάρηδες κλπ της πρόσφατης αλλά και της παληότερης επικαιρότητας δεν πρέπει να πάνε απλά στη φυλακή αλλά στην Κόλαση….

Προβληματίστηκα αν υπάρχει Κόλαση, γιατί αν για κάποιο λόγο δεν υπάρχει ή έχει καταστραφεί, τότε όλοι αυτοί τελικά τη γλυτώνουν, όπως άλλωστε η πικρή πραγματικότητα έχει δείξει κατ επανάληψη….

Για το λόγο αυτό, ανέσυρα από το αρχείο μου και σας παραθέτω την πιο πειστική απάντηση που ξέρω ότι δυστυχώς η Κόλαση έχει προ πολλού καταστραφεί από έκρηξη και επομένως μπορούμε να δρούμε ανενόχλητοι χωρίς το φόβο της κατάληξης σε πυρωμένο καζάνι. Την έλαβα από έναν συνονόματο στο Τμήμα Βιολογίας που με τη σειρά του την παρέλαβε από ένα φοιτητή του στην Αγγλία.

H ακόλουθη ερώτηση τέθηκε σε ένα διαγώνισμα Χημείας στο Πανεπιστήμιο του Cambridge:

 Ερώτηση:  Είναι η Kόλαση εξώθερμη (αποβάλλει ενέργεια) ή ενδόθερμη (απορροφά ενέργεια);

Οι απαντήσεις των περισσότερων φοιτητών έκαναν αναφορά στο νόμο των
ιδανικών αερίων του Boyle (τα αέρια παγώνουν όταν αυξάνει ο όγκος τους
και θερμαίνονται όταν συμπιέζονται) ή σε κάτι σχετικό. Ωστόσο, ένας φοιτητής απάντησε ως εξής:

Απάντηση
Kατ’ αρχάς, θα πρέπει να γνωρίζουμε πώς αλλάζει η μάζα της Kόλασης με τον χρόνο. Επομένως, χρειάζεται να γνωρίζουμε τους ρυθμούς με τις οποίους εισέρχονται και εξέρχονται οι ψυχές από την Kόλαση. Θεωρώ ότι μπορούμε να υποθέσουμε με βεβαιότητα ότι οι ψυχές που μπαίνουν στην Kόλαση δεν μπορούν να φύγουν από αυτήν. Επομένως, δεν έχουμε έξοδο ψυχών από την Kόλαση. Για να βρούμε πόσες ψυχές εισέρχονται στην Kόλαση, θα  πρέπει να ρίξουμε μια ματιά στις διαφορετικές θρησκείες που υπάρχουν  σήμερα στον κόσμο. Μερικές από αυτές υποστηρίζουν ότι θα πας στην Kόλαση αν δεν είσαι πιστός τους. Επειδή υπάρχουν περισσότερες της μίας τέτοιες θρησκείες κι επειδή οι άνθρωποι ανήκουν μόνο σε μία εξ αυτών, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι όλες οι ψυχές πάνε στην Kόλαση. Με βάση τους τωρινούς ρυθμούς γεννήσεων και θανάτων, αναμένεται ότι ο αριθμός των ψυχών στην Kόλαση θα αυξάνει εκθετικά.

 Τώρα, θα πρέπει να διερευνήσουμε την ταχύτητα αύξησης του όγκου της Kόλασης, διότι ο νόμος του Boyle ορίζει ότι για να παραμένει αμετάβλητη η θερμοκρασία και η πίεση της  Kόλασης, θα πρέπει ο όγκος της να αυξάνει με ρυθμό ανάλογο με τον αριθμό των ψυχών που εισέρχονται σε αυτή. Αυτό το δεδομένο μας οδηγεί σε δύο πιθανές απαντήσεις:

  1.  Αν ο όγκος της  Κόλασης αυξάνει με αργότερο ρυθμό από αυτόν με τον οποίο αυξάνει ο αριθμός  των ψυχών που εισέρχονται εντός της, τότε η θερμοκρασία και η πίεσή της θα αυξάνουν μέχρι να εκραγεί.
  2. Αν ο όγκος της Kόλασης αυξάνει με γρηγορότερο ρυθμό από αυτόν με τον οποίο αυξάνει ο  αριθμός των ψυχών που εισέρχονται εντός της, τότε η θερμοκρασία και η      πίεσή της θα μειώνονται μέχρι να παγώσει.      

Ποια λοιπόν από τις δύο απαντήσεις είναι η σωστή; Αν δεχθούμε ως ισχύουσα την υποθετική δήλωση που μου έκανε η Τερέζα όταν ήμουν πρωτοετής, ότι «…θα κοιμηθώ μαζί σου μόνο όταν υπάρξει κάποια μέρα που θα παγώσει η Kόλαση», κι αν λάβουμε υπόψη το γεγονός ότι μέχρι σήμερα δεν κατάφερα να έχω σεξουαλική σχέση μαζί της, τότε η απάντηση #2 δεν μπορεί να αληθεύει κι επομένως είμαι σίγουρος ότι η Kόλαση είναι εξώθερμη και θα εκραγεί.

Φαίνεται ότι αυτή τη γνώση την έχουν εμπεδώσει τα διάφορα ασύδοτα λαμόγια (τόχουν… που λέει η νεολαία). Κατόπιν τούτου, απουσία Κολάσεως, έθεσα το θέμα της αναζήτησης της δέουσας ποινής σε φίλους και γνωστούς…  Φίλος, γνωστός για τις «αμερικανιές» του, πρότεινε τις εξής δύο ποινές, κλεμμένες από διαφημίσεις made in USA:

Α) Για τον Michel: το Ξέσκισμα  (καθημερινά)

B) Για τον Χάρη: Εκτός από το Α, επιπλέον τα βράδια καταναγκαστική εργασία να φτειάχνει graffiti σκαρφαλωμένος σε φασάδες, σαν κι αυτό:

Για σκεφτείτε το…. Μια πρόταση είναι…

Και για όσους από εσάς δεν ξέρετε ποιος είναι ο δρόμος για την κόλαση, μελετείστε προσεκτικά τους στίχους του Chris Rea στο τραγούδι του The road to hell (Το έχω  ξανασχολιάσει και παληότερα: https://georgioutar.wordpress.com/2011/11/22/to-kata-louka/)

Posted in Uncategorized | Σχολιάστε

Ο πιο καλός ο μαθητής…

Παρακολουθώ ξανά αυτές τις μέρες μια χιλιοπαιγμένη και ξεφτι(λι)σμένη παράσταση: Μ αφορμή την επιστράτευση των εκπαιδευτικών στη Μέση εκπαίδευση, παρακολουθώ τις εκατέρωθεν βολές για το ποιος πονά και νοιάζεται περισσότερο για την εκπαίδευση και τους μαθητές, μ άλλα λόγια για το ποιος νοιάζεται περισσότερο για το μέλλον αυτής της χώρας.

Για μένα το θέμα έχει κλείσει χρόνια τώρα: Το έχει καλύψει πλήρως ο Ζαμπέτας  στο ομώνυμο τραγούδι. Εκεί περιγράφει την αγωνία του γονιού να μορφώσει το παιδί του, το οποίο, παρόλη την άριστη σχολική του επίδοση και τη φροντίδα των δασκάλων του, η εκπαίδευση που έλαβε ήταν αναποτελεσματική και μάλλον δεν τον βοήθησε να προκόψει στη ζωή του, με υπαιτιότητα βεβαίως κάποιων άλλων παραγόντων (μιας γυναίκας, κακών συναναστροφών κλπ) και πάντως αθωώνοντας την εκπαίδευση που έλαβε και τον εαυτό του συνάμα:

http://www.youtube.com/watch?v=SAS4U_pP3S0

Αν όμως κάποιος σοβαρότερος εμού, ενδιαφέρεται να βρει τι εκπαίδευση παρέχεται στον τόπο μας, μπορεί να ανατρέξει στην κατάταξη της ποιότητας της εκπαίδευσης που παρέχουν οι διάφορες χώρες:

http://thelearningcurve.pearson.com/index/index-ranking

Εκεί θα δει την Ελλαδίτσα στην 31η θέση, κάτω από τη Βουλγαρία (μακάρι να την φθάσουμε..). Στην πρώτη θέση της κατάταξης των καλύτερων εκπαιδευτικών συστημάτων φιγουράρει η Φινλανδία με δεύτερη τη Νότια Κορέα, ενώ ακολουθούν τρεις ακόμα Ασιατικές χώρες (Hong Kong, Ιαπωνία και Singapore), με την Αγγλία να έρχεται έκτη κλπ.

Αν κάποιος ενδιαφέρεται ακόμα λίγο περισσότερο, μπορεί να δει τον σχολιασμό της έρευνας στο:

http://thelearningcurve.pearson.com/the-report/executive-summary

και τέλος, αν έχει την περιέργεια πως μια μικρή χώρα σαν τη Φινλανδία κατάφερε να είναι πρώτη, μπορεί να διαβάσει το βιβλίο του Pasi Sahlberg Finnish Lessons: What the World Can Learn From Educational Change in Finland?  Εκδόσεις Teachers College Press (2011).

finnish

Τότε, αυτός που πραγματικά νοιάζεται για το μέλλον αυτής της χώρας, θα έχει λύσει αρκετές απορίες του αλλά και θα έχει εμπεδώσει αρκετά συμπεράσματα όπως πχ:

  1. Υπάρχουν άμεσες, σαφείς οικονομικές επιπτώσεις από τη βελτίωση του εκπαιδευτικού συστήματος ανάμεσα στις χώρες με καλά και κακά εκπαιδευτικά συστήματα.
  2. Παρότι τα εκπαιδευτικά συστήματα της Φινλανδίας και της Νοτίου Κορέας διαφέρουν ριζικά,  ωστόσο έχουν σαν κοινό τόπο τη βαθειά ριζωμένη κοινωνική αντίληψη της αξίας της εκπαίδευσης και του κοινωνικού ήθους που προκύπτει από αυτήν. Το ίδιο πιστεύουν και οι γονείς των τριών επόμενων Ασιατικών χωρών. Η κοινωνική αναγνώριση της αξίας της εκπαίδευσης είναι ο σημαντικότερος παράγοντας (τούτο βεβαίως πρεσβεύει και η εγχώρια μάνα του πιο καλού του μαθητή…)
  3. Τα κονδύλια που δαπανώνται για την εκπαίδευση στις διάφορες χώρες έχουν κάποια ελάχιστα σημαντική, αλλά όχι απόλυτη σχέση με την ποιότητα της: Πχ η Φινλανδία δεν ξοδεύει πάνω από το μέσο όρο των χωρών του OΟΣΑ.
  4. Η προσέλκυση εκπαιδευτικών υψηλής στάθμης είναι βασικός παράγοντας. Ωστόσο δεν προκύπτει συσχέτιση μεταξύ του ύψους των αποδοχών τους και της απόδοσής τους. Αυτό που μετρά περισσότερο η αναγνώριση του έργου τους από την κοινωνία.
  5. Δεν υπάρχουν μαγικές λύσεις στην εκπαίδευση. Η εκπαίδευση είναι μια εξαιρετικά περίπλοκη διαδικασία που μεταφέρεται από τη μια γενηά στην επόμενη. (Ανήκοντας στη γενηά του 15%, τόσα χρόνια αργότερα, δεν μπορώ νάμαι περήφανος για την παρεχόμενη εκπαίδευση…).
  6. Πρέπει να σχεδιάζει κανείς το μέλλον της εκπαίδευσης όχι για με γνώμονα τις σημερινές αλλά τις μελλοντικές ανάγκες κάθε χώρας.

Σκέφτομαι: Πέρα από τα παραπάνω, τι άλλο κοινό μπορεί νάχει η Φινλανδία με τη Νότιο Κορέα  που δεν διαθέτει η χώρα μας? Απάντηση: Η ορθογραφία. Και στις δύο γλώσσες, γράφεις ότι ακούς. Απολύτως. Την ώρα που τα Ελληνόπουλα παλεύουν με τη γραμματική, το συντακτικό και τις διφθόγγους, τα συνομήλικα Φινλανδόπουλα και Κορεατάκια  ασχολούνται και μαθαίνουν άλλα πράγματα..

Τέλος, είναι προφανές πως, χρόνια τώρα, λείπει ένας οραματιστής ηγέτης που θα δει την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση με ορίζοντα πέρα από τις επόμενες εκλογές και κάμποσοι followers να τον ακολουθήσουν: Να, όπως ακριβώς κάνει ο Art Garfunkel, με τον Paul Simon να τον ακολουθεί, στο οπισθόφυλλο του Bridge over troubled water:

thCAFGE058

ΥΓ.  Με την ευκαιρία της συναυλίας στο ΟΑΚΑ τον Ιούλιο του Roger Waters με τίτλο The wall,

http://www.youtube.com/watch?v=fvPpAPIIZyo

ας διαγράψουμε μια κοινά διαδεδομένη παρεξήγηση: Ο Τοίχος των Pink Floyd δεν έχει άμεση σχέση με την εκπαίδευση και τις σχέσεις του μαθητή – δασκάλου. Το concept του άλμπουμ ασχολείται με τη ζωή ενός ανθρώπου, του Pink, από τα γενοφάσκια του στη μεταπολεμική Αγγλία μέχρι τις στιγμές της παγκόσμιας δόξας του σαν ένας rock star. Ο Pink  θέλοντας να προφυλαχτεί από όσα συμβαίνουν γύρω του, αποφασίζει να χτίσει έναν τοίχο, ο οποίος τον απομονώνει από τον εαυτό του και τον κόσμο γύρω του. Στο τέλος όμως τα λεγόμενα «σκουλήκια», σιγά σιγά καταλαμβάνουν το μυαλό του και τον μετατρέπουν σε μια φασιστική μηχανή. Κάθε τι που τον πονά και τον πικραίνει, όλα τα συμβάντα της ζωής του, που περιλαμβάνουν τη μητέρα του, την άδοξη ερωτική σχέση του, τον θάνατο του πατέρα του στον πόλεμο, καθώς και οι υπερκαταπιεστικοί δάσκαλοι στο σχολείο, αποτελούν τα τούβλα που χρησιμοποίησε για να χτίσει σταδιακά τον τοίχο γύρο του…

Posted in Uncategorized | 1 σχόλιο

Χωρίς λόγια…

Σήμερα που οι λέξεις έχουν χάσει αμετάκλητα τη δυναμική και τη σημασιολογία τους, καννιβαλισμένες από τους πολιτικούς και τα media, σκέφθηκα να σας παρουσιάσω χωρίς λόγια το πως αντιλαμβάνομαι την επανεκκίνηση (cold start) της ελληνικής οικονομίας

Δείτε το, μιας κι έχει αισιόδοξο τέλος….

Posted in Uncategorized | 2 Σχόλια

Si non e vero e ben trovato…

Μ αφορμή τις νεκρολογίες για τον πρώτο άνθρωπο που πάτησε τη Σελήνη, τον Neil Armstrong, θυμήθηκα μιαν ιστορία που κυκλοφορούσε στην Αμερική αρκετά χρόνια μετά το κατόρθωμά του, τον Ιούλιο του 1969:

Όταν το Apollon 11 προσεληνώθηκε, ο Armstrong πατώντας για πρώτη φορά στο φεγγάρι ξεστόμισε την περίφημη φράση: » Ένα μικρό βήμα για τον άνθρωπο, ένα γιγάντιο άλμα για την ανθρωπότητα».

Η ιστορία (μύθος ?) λέει ότι την ώρα που κατέβαινε τη σκάλα για να πατήσει στο φεγγάρι ο Armstrong είχε πει μιαν ακόμα φράση: «Καλή τύχη κύριε Γκόρσκι». Ο πύργος ελέγχου δεν έδωσε σημασία και η NASA ακόμα και μέχρι σήμερα αρνείται ότι την είπε. Είχαν πολλές φορές ρωτήσει τον Armstrong το τι σήμαινε αυτή η φράση κι αυτός αρνιόταν ν απαντήσει.

Πολλά χρόνια αργότερα, σε μια συνέντευξη τύπου στη Φλόριντα, όταν πια το ζεύγος Γκόρσκι είχε πεθάνει, αποφάσισε να την εξηγήσει: ‘Οταν ήταν μικρό παιδί, παίζοντας βράδυ μπάλα στην πίσω αυλή του σπιτιού του, αυτή ξέφυγε στη διπλανή αυλή. Ο Neil πήδηξε τον φράκτη για να την πιάσει κι έπεσε πάνω στη σκηνή όπου ο γείτονας, ο κύριος Γκόρσκι, ζητούσε από τη γυναίκα του στοματικό έρωτα. Κι εκείνη του απάντησε: «Ποτέ. Μόνο αν ο μικρός του πλαινού σπιτιού πατήσει το πόδι του στο φεγγάρι, τότε θα στο κάνω».

Νεκρολογίες για τον Neil Armstrong διάβασα πολλές, για τον κύριο Γκόρσκι, που πήγε με το παράπονο, ούτε μία… Γι αυτό επιτρέψτε μου να του αφιερώσω το ένατο movement (αρχίζει στο 58:26) από το παρακάτω:

Posted in Uncategorized | Tagged , | Σχολιάστε

Παναγιώτης Κονδύλης: Ένας οξυδερκής ανατόμος της Ελληνικής κρίσης

Από τα καλά που έχει ο Αύγουστος, όταν υπάρχει χρόνος και δεν έχει φύγει κανείς διακοπές: Ψάχνοντας, βρίσκει διαμάντια που του ανοίγουν τα γκαβά…

Αγνοούσα την ύπαρξή του μέχρι πρόσφατα. Άλλοι είχαν εντρυφήσει  στα γραπτά του, μόνο που μάλλον μας τον έκρυβαν… Για όσους από εσάς τον έχετε ήδη ανακαλύψει, ζητώ συγνώμη και μην διαβάσετε παρακάτω. Για τους υπόλοιπους, πάρτε μια βαθειά ανάσα, μην τρομάξετε με το μακροσκελές και την πυκνότητα της γραφής και ρουφήξτε το μέχρι τέλους. Για όσους βιάζονται, έχω κάνει bold μερικά σημεία. Το βασικότερο: Είναι γραμμένο 20 χρόνια πριν…

Περισσότερα για τον άνδρα, στο υστερόγραφα στο τέλος του κειμένου του.

Απολαύστε τον.

Παναγιώτης Κονδύλης: Η σημερινή Ελλάδα αποτελεί περίπτωση φθίνοντος έθνους

Αποσπάσματα από το βιβλίο του «Πλανητική Πολιτική μετά τον Ψυχρό Πόλεμο. Προϋποθέσεις, Παράμετροι και Ψευδαισθήσεις της ελληνικής εθνικής πολιτικής» (Θεμέλιο, 1992)

Η σημερινή Ελλάδα αποτελεί ακριβώς περίπτωση φθίνοντος έθνους, το οποίο εκλαμβάνει τις έμμονες μυθολογικές του ιδέες για τον εαυτό του ως ρεαλιστική αυτεπίγνωση. Δεν είναι διόλου περίεργο ότι η ψυχολογική αυτή κατάσταση συχνότατα παρουσιάζει συμπτώματα παθολογικού αυτισμού γιατί το απαραίτητο υπόβαθρο και πλαίσιο της υγιούς αυτεπίγνωσης είναι η γνώση του ευρύτερου περιβάλλοντος κόσμου, μέσα στον οποίο καλείται να δράσει ένα ατομικό ή συλλογικό υποκείμενο, αποτιμώντας κατά το δυνατόν νηφάλια τις δυνατότητες του και υποκαθιστώντας τη νοσηρά εγωκεντρική αρχή της ηδονής με τη φυσιολογικά εγωκεντρική αρχή της πραγματικότητας. Όπως οι κατώτεροι ζωικοί οργανισμοί, έτσι και οι σημερινοί Έλληνες αντιδρούν με έντονες αντανακλαστικές κινήσεις μονάχα σ’ ό,τι τους ερεθίζει άμεσα και ειδικά· οι δηλώσεις κάποιου «φιλέλληνα» στη Χαβάη ή κάποιου «μισέλληνα» στη Γροιλανδία (κι ας μη μιλήσουμε καθόλου για τα όσα παρεμφερή μαθαίνει κανείς από τις Βρυξέλλες ή την Ουάσιγκτον) ευφραίνουν ή εξάπτουν, αναλόγως, τα πνεύματα πολύ περισσότερο απ’ ό,τι τα απασχολούν τα ουσιώδη, αν και συχνά αφανή, μεγέθη της πολιτικής και της οικονομίας.

Ακόμα και όταν η συζήτηση μετατοπίζεται στον κυρίως χώρο της εξωτερικής πολιτικής, κυριαρχεί το στιγμιαίο, το κυμαινόμενο και το κοντινό, όχι η προσεκτική και τεκμηριωμένη στάθμιση μακρόπνοων γενικότερων τάσεων, οι οποίες ίσως μια μέρα βαρύνουν πάνω στις τύχες των Ελλήνων τουλάχιστον τόσο, όσο και τα διαδραματιζόμενα αυτή την ώρα στα όμορα κράτη. Έτσι, ενώ ξαφνικά (σε μια χώρα όπου οι εθνικά ζωτικές αλβανολογικές, σλαβολογικές και τουρκολογικές σπουδές εκπροσωπούνται εμβρυωδώς μόνον) ο τόπος γέμισε από εμβριθείς και εμπαθείς βαλκανολόγους, δεν γίνεται καμία σοβαρή και διαρκής συζήτηση για το φλέγον όσο ποτέ άλλοτε ζήτημα της ευρωπαϊκής ενοποίησης, για το ποιές δυνάμεις για ποιούς λόγους την προωθούν και ποιές γιατί ενδεχομένως θα τη ματαιώσουν, για τις συναφείς ελληνικές απόψεις και προτάσεις (υπάρχουν;) και για τη θέση του ελληνικού έθνους μέσα σ’ αυτές τις εξαιρετικά αντιφατικές διαδικασίες — όχι για τη θέση μιας φανταστικής Ελλάδας μέσα σε μιαν εξ ίσου φανταστική Ευρώπη, αλλά μιας επαρχιακής και παρασιτικής Ελλάδας με τεράστιες, κι ίσως ανυπέρβλητες, δυσχέρειες προσαρμογής σε μιαν έντονα δύστροπη απέναντι της και βαθύτατα διχασμένη ως προς τη δική της την ταυτότητα και τις δικές της τις προοπτικές Ευρώπη.

Επίσης ελάχιστοι φαίνεται να ενδιαφέρονται για τα πολιτικά συμπαρομαρτούντα των διαγραφόμενων οικολογικών στενωπών ή για τις προσεχείς συνέπειες της μετανάστευσης των λαών σε μια χώρα τόσο ευπαθή οικολογικά και τόσο έκθετη γεωγραφικά όσο η Ελλάδα. Όμως η έλλειψη, και μάλιστα η άρνηση, της αυτεπίγνωσης δεν φαίνεται μόνον έμμεσα στη στενότητα της πολιτικής κοσμοεικόνας, από την οποία συνήθως αφορμώνται οι συζητήσεις πάνω στην εθνική πολιτική. Φαίνεται και άμεσα, στον τρόπο διεξαγωγής αυτών των συζητήσεων. Στο επίκεντρό τους βρίσκονται δηλ. περισσότερο ή λιγότερο θεμελιωμένες σκέψεις και γνώμες για το ποιά τροπή θα πάρει αυτή ή εκείνη η συγκεκριμένη εξέλιξη και για το αν αυτή ή εκείνη η ενέργεια ενδείκνυται ή όχι, πράγμα πού συχνότατα οδηγεί στη γνωστή και προσφιλή πολιτικολογία και τραπεζορητορεία.

Δεν θίγεται όμως ο ακρογωνιαίος λίθος κάθε πολιτικής προβληματικής: Ποιά είναι η ταυτότητα και η οντότητα του πολιτικού υποκειμένου, για τις πράξεις, τις παραλείψεις και το μέλλον του οποίου γίνεται λόγος; Πιο συγκεκριμένα: Ποιά είναι η σημερινή φυσιογνωμία της Ελλάδας και τι προκύπτει απ’ αυτήν ως προς την ικανότητά της να ασκήσει εθνική πολιτική μέσα στις σημερινές πλανητικές συνθήκες; Η εσωτερική αποσύνθεση, την οποία κανείς αφήνει να προχωρήσει όσο δεν φαίνεται ν’ αντιμετωπίζει άμεσο κίνδυνο, του στερεί τα απαιτούμενα μέσα και περιθώρια ελιγμών όταν η ανάγκη σφίγγει.

Υπάρχει διάχυτη η εντύπωση ότι μόλις εμφανισθεί στο διεθνές προσκήνιο η Ελλάδα (ολόκληρη Ελλάδα!) και υψώσει τη φωνή για τα δίκαιά της, η κοινωνία των εθνών θα αφήσει τις δικές της έγνοιες και θα ενδιαφερθεί για τα ελληνικά αιτήματα, περίπου αποσβολωμένη από την ηθική λάμψη τους. Η προβολή της εξ ορισμού ανώτερης ηθικής διάστασης φαίνεται να απαλλάσσει από τους ταπεινούς μόχθους και τους παραζαλιστικούς λαβυρίνθους της συγκεκριμένης πολιτικής, φαίνεται δηλ. ότι αρκεί να έχει κανείς το δίκαιο με το μέρος του για να έχει κάνει σχεδόν τα πάντα, όσα εξαρτώνται απ’ αυτόν. Στον υπόλοιπο κόσμο εναπόκειται να αντιληφθεί το ελληνικό δίκαιο και να πράξει ανάλογα. Η ελληνική πλευρά συχνότατα θεώρησε και θεωρεί ως αδιανόητο ότι οι άλλοι μπορούν να έχουν (ειλικρινά ή όχι) διαφορετική αντίληψη για το τι είναι δίκαιο· επίσης δυσκολευόταν και δυσκολεύεται να συμφιλιωθεί με τη σκέψη ότι οι άλλοι δεν παίρνουν πάντα τοις μετρητοίς τους ισχυρισμούς της κι ότι χρησιμοποιούν και άλλες πηγές πληροφοριών ή ακούνε και άλλες απόψεις.

Εκείνο όμως πού προ παντός αρνείται να κατανοήσει σε μόνιμη βάση η ελληνική πλευρά, καθώς έχει αυτοπαγιδευθεί στις υπεραναπληρώσεις των ηθικολογικών άλλοθι, είναι ότι κάθε ισχυρισμός και κάθε διεκδίκηση μετρούν μόνο τόσο, όσο και η εθνική οντότητα πού στέκει πίσω τους. Όποιος λ.χ. μονίμως επαιτεί δάνεια και επιδοτήσεις για να χρηματοδοτήσει την οκνηρία και την οργανωτική του ανικανότητα δεν μπορεί να περιμένει ότι θα εντυπωσιάσει ποτέ κανέναν με τα υπόλοιπα «δίκαιά» του. Ούτε μπορεί κανείς να περιμένει ότι θα ληφθεί ποτέ σοβαρά υπ’ όψιν μέσα στο διεθνές πολιτικό παιγνίδι, αν δεν έχει κατανοήσει, και αν δεν συμπεριφέρεται έχοντας κατανοήσει, ότι, πίσω και πέρα από τις μη δεσμευτικές διακηρύξεις αρχών ή τις αόριστες φιλοφρονήσεις, τις φιλίες ή τις έχθρες τις δημιουργεί και τις παγιώνει η σύμπτωση ή η απόκλιση των συμφερόντων. Όμως στη βάση αυτή μπορεί να κινηθεί μόνον όποιος έχει την υλική δυνατότητα να προσφέρει τόσα, όσα ζητά ως αντάλλαγμα.

Με άλλα λόγια: οι κινήσεις στο πολιτικό-διπλωματικό πεδίο αποδίδουν όχι ανάλογα με το «δίκαιο», το οποίο άλλωστε η κάθε πλευρά ορίζει για λογαριασμό της, αλλά ανάλογα με το ιστορικό και κοινωνικό βάρος των αντίστοιχων συλλογικών υποκειμένων, το οποίο όλοι αποτιμούν κατά μέσον όρο παρόμοια, όπως γίνεται και με τα εμπορεύματα στην αγορά. Επί πλέον καμιά προστασία και καμιά συμμαχία δεν κατασφαλίζει τελειωτικά οποίον βρίσκεται μαζί της σε σχέση μονομερούς εξάρτησης. Η αξία μιας συμμαχίας για μιαν ορισμένη πλευρά καθορίζεται από το ειδικό βάρος της πλευράς αυτής μέσα στο πλαίσιο της συμμαχίας. Ισχυροί σύμμαχοι είναι άχρηστοι σ’ όποιον δεν διαθέτει ό ίδιος σεβαστό ειδικό βάρος, εφ’ όσον ανάλογα με τούτο εδώ αυξομειώνεται το ενδιαφέρον των ισχυρών. Ίσως να θεωρεί κανείς «απάνθρωπα» και λυπηρά αυτά τα δεδομένα, αν όμως ασκεί εθνική πολιτική αγνοώντας τα, αργά ή γρήγορα θα βρεθεί σε μια κατάσταση όπου τη λύπη για την ηθική κατάπτωση των άλλων θα τη διαδεχθεί ο θρήνος για τις δικές του συμφορές.

Μιλώντας για τις προϋποθέσεις και τις παραμέτρους μιας ελληνικής εθνικής πολιτικής μέσα στη σημερινή πλανητική συγκυρία δεν είναι δυνατό να µην ανασκοπήσουμε  την πορεία πού οδήγησε στη σημερινή κρίση η απίσχνανση της ελληνικής εθνικής  οντότητας. Για να μείνουμε µε κάθε δυνατή συντομία στα ουσιώδη σηµεία, θα πούµε  ότι η πορεία αυτή περιλαμβάνει δύο μεγάλες φάσεις: Η πρώτη αναφέρεται στη συνεχή και αμετάκλητη γεωπολιτική συρρίκνωση του Ελληνισμού μετά την καταστροφή του 1922, την οποία ελάχιστα μόνον ανέστειλε η ένωση της Δωδεκανήσου µε την Ελλάδα. Μια κεντρική ιδιομορφία της νεοελληνικής ιστορίας ήταν το ασύμπτωτο έθνους και κράτους, όχι επειδή το κράτος, το οποίο βρισκόταν υπό τον έλεγχο της ελληνικής εθνότητας, περιείχε σε αξιόλογο βαθµό και εθνότητες ξένες, όχι δηλαδή επειδή το κράτος ήταν ευρύτερο  από το έθνος, όπως  έγινε σε άλλες περιπτώσεις (π.χ. τη ρωσική), αλλά για τον αντίθετο ακριβώς  λόγο: το έθνος  ήταν εξ αρχής κατά πολύ ευρύτερο από το κράτος.

Τούτο το χάσµα μεταξύ έθνους και κράτους έκλεισε, πάλι, μόνον εν μέρει µε την επέκταση του κράτους, έτσι ώστε να συμπεριλάβει το σώµα του έθνους. Αυτό έγινε  µε την ένωση των Ιονίων Νήσων και προ παντός µε τους Βαλκανικούς Πολέµους, έκτοτε όμως η πορεία αντιστράφηκε: το έθνος συνέπιπτε όλο και περισσότερο µε το κράτος επειδή εξολοθρευόταν ή εκτοπιζόταν σε όσες περιοχές  βρίσκονταν έξω από το κράτος, δηλαδή επειδή συρρικνωνόταν γεωπολιτικά. Η γεωγραφική σύμπτωση έθνους και κράτους, όπως σε μεγάλο βαθµό υφίσταται σήμερα, πραγματοποιήθηκε  όταν, μετά τον Ελληνισμό της Μικράς Ασίας, αφανίσθηκε ο Ελληνισμός της Ρωσίας, των Βαλκανίων και της Μέσης Ανατολής. Η προσωρινά τελευταία πράξη αυτής της τραγωδίας διαδραματίσθηκε στην Κύπρο, όπου, πολύ πριν από το ολέθριο πραξικόπημα του 1974, η ελληνική διπλωματία έδειξε πόσο είναι ανίκανη να κάνει μακρόπνοη και τελέσφορο εθνική πολιτική εμπνεόμενη όχι από συναισθηματισμούς και ρητορείες περί «εθνικών δικαίων», αλλά από τη γνώση και τη φρόνιμη στάθμιση των διεθνών παραγόντων.

Δεν χρειάζεται να εξηγήσουμε ιδιαίτερα τι πλεονεκτήματα έχει ένα έθνος  επεκτεινόμενο πέρα από τα όρια του κράτους του. Όχι μόνον ο κύριος κορμός του έθνους,  που ζει μέσα στο κράτος, δέχεται συνεχώς ζείδωρες μεταγγίσεις αίματος απ’ έξω, αλλά και το ίδιο το εθνικό κράτος, έχοντας το µάτι στυλωμένο στους ομοεθνείς  του εξωτερικού, έχει μιαν αίσθηση ευρύτερης ιστορικής ευθύνης και αποστολής.  Όποιος θα κατανοήσει χωρίς προκαταλήψεις τι οφείλει ο σημερινός τουρκικός δυναμισμός στην αίσθηση αυτή, θα καταλάβει εύκολα για ποιο πράγμα μιλάμε, δεδομένου ότι οι αντίστοιχες ελληνικές  εμπειρίες φαίνονται να έχουν εξανεμισθεί από καιρό. Πράγματι, ένα καθοριστικό γνώρισμα της σημερινής ελληνικής εθνικής ζωής, δηλαδή της εθνικής ζωής μετά τη γεωπολιτική συρρίκνωση του Ελληνισμού, είναι η απουσία ιστορικών στόχων ικανών να κινητοποιήσουν συνειδητά και μακροπρόθεσμα συλλογικές δυνάμεις. Πάνω σ’ αυτό δεν πρέπει να ξεγελιέται κανείς ούτε από τυποποιημένες πατριωτικές κορώνες ούτε από τις ανόρεχτες μάχες οπισθοφυλακής πού δίνονται για το Κυπριακό – ούτε επίσης πρέπει να εκλαμβάνει ως τέτοιο στόχο την «ένταξη στην Ευρώπη»: γιατί προς αυτήν ωθεί µια μαζική επιθυμία καταναλωτικής ευζωίας, η οποία, προκειμένου να πραγματοποιηθεί, δεν θα δίσταζε και πολύ να μετατρέψει την ένταξη σε ταπεινωτική εθνική εκποίηση.

Η παρατήρηση αυτή μας φέρνει στη δεύτερη από τις δύο μεγάλες φάσεις της εθνικής συρρίκνωσης του ελληνισμού σ’ αυτόν τον αιώνα. Αν η πρώτη είχε κυρίως γεωπολιτικό χαρακτήρα, η δεύτερη, πού άρχισε μετά τη σχετική ολοκλήρωση της πρώτης, χαρακτηρίζεται από τα συμπτώματα και τα συμπαρομαρτούντα ενός παρασιτικού καταναλωτισμού αδιάφορου για τις μακροπρόθεσμες εθνικές του επιπτώσεις, ιδιαίτερα σ’ ό,τι αφορά την ανεξαρτησία της χώρας και την αυτοτέλεια των εθνικών της αποφάσεων. Τον καταναλωτισμό αυτόν δεν τον ονομάζουμε παρασιτικό για να τον υποβιβάσουμε ηθικά, αντιπαρατάσσοντάς του «ανώτερα» και «πνευματικά» ιδεώδη ζωής, όπως κάνουν διάφοροι διανοούμενοι. Θα ήταν εξωπραγματικό και ανόητο να θέλει να αποκόψει κανείς τον ελληνικό λαό στο σύνολό του από τις νέες δυνατότητες της παραγωγής και της τεχνολογίας — και επί πλέον θα ήταν και επικίνδυνο, γιατί μια τέτοια αποκοπή θα συμβάδιζε με μια γενικότερη οικονομική και στρατιωτική καθυστέρηση.

Ό όρος «παρασιτικός καταναλωτισμός» χρησιμοποιείται εδώ στην κυριολεξία του για να δηλώσει ότι η σημερινή Ελλάδα, όντας ανίκανη να παραγάγει η ίδια όσα καταναλώνει και μην έχοντας αρκετή αυτοσυγκράτηση — και αξιοπρέπεια — ώστε να μην καταναλώνει περισσότερα απ’ όσα μπορεί να παραγάγει η ίδια, προκειμένου να καταναλώσει παρασιτεί, και μάλιστα σε διπλή κατεύθυνση: παρασιτεί στο εσωτερικό, που υποθηκεύει τους πόρους του μέλλοντος μετατρέποντάς τους σε τρέχοντα τοκοχρεολύσια, και παρασιτεί προς τα έξω, που έχει επίσης δανεισθεί υπέρογκα ποσά όχι για να κάνει επενδύσεις μελλοντικά καρποφόρες αλλά κυρίως για να πληρώσει με αυτά τεράστιες ποσότητες καταναλωτικών αγαθών, τις οποίες και πάλι εισήγαγε από το εξωτερικό.

Η εξέλιξη αυτή συντελέσθηκε στο πλαίσιο της μεταπολεμικής προοδευτικής διαπλοκής των διεθνών οικονομικών διαδικασιών γενικά και των ευρωπαϊκών οικονομιών ειδικότερα, ωστόσο θα ήταν λάθος να τη θεωρήσουμε ως ειμαρμένη πού ενέσκηψε πάνω σε μιαν αδύνατη κι ανυπεράσπιστη Ελλάδα, αιχμαλωτισμένη ανέκκλητα στα δίχτυα του «διεθνούς κεφαλαίου». Τέτοιες φαινομενικά περισπούδαστες εξηγήσεις προσφέρουν όσοι οχυρώνονται πίσω από την αγοραία «αριστερή» και «φιλολαϊκή» ρητορική, αρνούμενοι να αναμετρήσουν το μέγεθος των δικών τους ευθυνών, το βάθος των συντελεστών της σημερινής εθνικής κρίσης και την οδυνηρότητα των πιθανών διεξόδων απ’ αυτήν.

Οι πρωταρχικοί λόγοι, πού έθεσαν σε κίνηση τη διαδικασία της εθνικής εκποίησης και της συναφούς πολιτικής αποδυνάμωσης της Ελλάδας σε διεθνές επίπεδο, είναι ενδογενείς και ανάγονται στη λειτουργία του πολιτικού της συστήματος και στη συμπεριφορά όλων των υποκειμενικών του παραγόντων. Με άλλα λόγια: Το ελληνικό κοινωνικό και πολιτικό σώμα στο σύνολο του επωφελήθηκε από τη μεταπολεμική πρωτοφανή ανάπτυξη της διεθνούς οικονομίας και άντλησε βραχυπρόθεσμα ωφελήματα απ’ αυτή με αντάλλαγμα τον μακροπρόθεσμο υποβιβασμό της Ελλάδας στην κλίμακα του διεθνούς καταμερισμού της εργασίας και συνάμα τη γενική εθνική της υποβάθμιση. Αυτό έγινε με τη μορφή ενός σιωπηρού, αλλά διαρκούς και κατά μέγα μέρος συνειδητού και επαίσχυντου κοινωνικού συμβολαίου, στο πλαίσιο του οποίου η εκάστοτε πολιτική ηγεσία — «δεξιά», «φιλελεύθερη» ή «σοσιαλιστική», κοινοβουλευτική ή δικτατορική: στο κρίσιμο τούτο σημείο οι αποκλίσεις υπήρξαν ελάχιστες — ανέλαβε τη λειτουργία να ενισχύει γρήγορα και παρασιτικά τις καταναλωτικές δυνατότητες του «λαού» με αντίτιμο την πολιτική του εύνοια ή ανοχή, ήτοι τη διαχείριση της πολιτικής εξουσίας και την κάρπωση των συναφών κοινωνικών και υλικών προνομίων.

Βεβαίως, η συναλλαγή αυτή χαρακτήριζε τον ελληνικό κοινοβουλευτισμό από τα γεννοφάσκια του, όμως η πρωτοφανής μεταπολεμική διεθνής οικονομική συγκυρία της προσέδωσε δυνατότητες επίσης πρωτοφανείς: προς άγρα και συγκράτηση της εκλογικής πελατείας μπορούσαν τώρα να προσφερθούν όχι απλώς ανιαρές κρατικές θέσεις, αλλά επί πλέον πολύχρωμες μάζες καταναλωτικών αγαθών και πλήθος δελεαστικών καταναλωτικών δυνατοτήτων. Ενώ όμως η πρώτη προσφορά συνεπαγόταν κυρίως την εκποίηση του κρατικού μηχανισμού και των κρατικών πόρων στην εσωτερική αγορά, η δεύτερη — και πιο πλουσιοπάροχη — απέληγε με εσωτερική αναγκαιότητα στο ξεπούλημα ολόκληρου τού έθνους στη διεθνή αγορά. Αυτό το ξεπούλημα άρχισε με τα μεγάλα, αντίδρομα και ταυτοχρόνως συμπληρωματικά, κύματα της μετανάστευσης και του τουρισμού, για να κορυφωθεί, αλλάζοντας αισθητά όψη και συναισθηματική επένδυση, στην αγορά αυστριακών μπισκότων για σκύλους και στην οργάνωση τριήμερων ταξιδιών στο Λονδίνο για ψώνια, κατασταλάζοντας ενδιαμέσως παχυλές επιδοτήσεις μιας περιττής αγροτικής παραγωγής και την περαιτέρω διόγκωση μιας ημιπαράλυτης δημοσιοϋπαλληλίας. Ποτέ άλλοτε το κράτος και το έθνος δεν βρέθηκαν, χάρη στην απλόχερη μεσολάβηση του «πολιτικού κόσμου», σε τόσο αγαστή σύμπνοια με τον χαρτοπαίχτη της επαρχίας και με το τσόκαρο των Αθηνών.

Ο παρασιτικός καταναλωτισμός, όπως τον ορίσαμε παραπάνω, προκάλεσε μια τέτοια διασπάθιση πόρων, ιδιαίτερα στη δεκαετία του 1980, ώστε η στενότητα των πόρων θα ακολουθεί στο εξής, και για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα, την ελληνική εθνική πολιτική σαν βαριά σκιά. Οι σημερινές, και οι αναπόδραστες αυριανές, προσπάθειες του «πολιτικού κόσμου» για τη λύση αυτού του πιεστικού προβλήματος δεν αποτελούν διαρθρωτική του αντιμετώπιση, παρά κατά βάθος αποσκοπούν στη δημιουργία συνθηκών πρόσκαιρης ανακούφισης πού θα επιτρέψουν ξανά την ανακύκλωση του προηγούμενου φαύλου παιγνιδιού μεταξύ κομμάτων και ψηφοφόρων.

Είναι περιττό να εξηγήσουμε ποιες μακροπρόθεσμες συνέπειες έχει η υφιστάμενη σήμερα στενότητα των πόρων για το μέλλον τού έθνους, δηλ. για την οικονομική ανταγωνιστικότητα του, για την παιδεία του και για την άμυνα του. Εξ αιτίας της στενότητας τούτης η Ελλάδα ξεκινά τον αγώνα δρόμου στην αρχόμενη πολυτάραχη φάση της πλανητικής πολιτικής με ένα επί πλέον σημαντικότατο μειονέκτημα: Η οικονομική της υποπλασία, η οποία χρηματοδοτήθηκε και εξωραΐσθηκε καταναλωτικά με την εκτεταμένη απώλεια της οικονομικής της ανεξαρτησίας, θα περιορίσει πολύ τα περιθώρια των πολιτικών της επιλογών και δραστηριοτήτων, προ παντός όταν θα συγκρουσθούν οι δικές της θέσεις με εκείνες των Ευρωπαίων και άλλων χρηματοδοτών της. Για τη σύγκρουση αυτή, η οποία, δεν αποκλείεται κάποτε να πάρει εκρηκτικές διαστάσεις, θα πούμε μερικά πράγματα αμέσως παρακάτω.

Πάντως την πορεία και την έκβασή της τις προδιαγράφει η σημερινή εικόνα της Ελλάδας στον διεθνή, και προ παντός στον κοινοτικό ευρωπαϊκό χώρο. Θα πρέπει κανείς, όπως συμβαίνει κατά κανόνα στη μακάρια ελληνική επικράτεια, να αγνοεί τον χώρο αυτόν ή να έχει πάθει αθεράπευτη εθνικιστική τύφλωση και κώφωση για να μη γνωρίζει ότι στα μάτια των εταίρων της η Ελλάδα είναι σήμερα ένας ανεπιθύμητος παρείσακτος, ένας αναξιοπρεπής επαίτης, ο οποίος ζητά δισεκατομμύρια δολάρια κάθε χρόνο προκειμένου να καταναλώνει πολύ περισσότερα απ’ όσα του επιτρέπουν οι παραγωγικές του δυνατότητες και η παραγωγικότητα της εργασίας του, και ο οποίος επί πλέον, για να διασφαλίσει την παρασιτική του ευημερία, δεν διστάζει να ελίσσεται και να εξαπατά, ενώ ο επαρχιωτισμός και ο ενίοτε παιδικός εγωκεντρισμός του δεν του επέτρεψαν ποτέ να διατυπώσει κάποια ουσιώδη σκέψη ή πρόταση γενικού ευρωπαϊκού ή διεθνούς ενδιαφέροντος. Δεν έχει σημασία αν την εικόνα τούτη τη συμμερίζονται όλοι ανεξαιρέτως και αν ευσταθούν όλες της οι λεπτομέρειες, βαρύνουσα πολιτική σημασία έχει η γενική της διάδοση και προ παντός η γενική συμφωνία της με τα πραγματικά δεδομένα. Εδώ ήδη φαίνεται καθαρότατα η βαθειά εσωτερική σχέση ανάμεσα στην πολιτική του παρασιτικού καταναλωτισμού και στις τύχες της χώρας μέσα στην κοινωνία των εθνών.

Οι απωθητικοί και αντισταθμιστικοί μηχανισμοί, με τη βοήθεια των οποίων η πολυδαίδαλη και πολυμήχανη νεοελληνική ψυχή παρακάμπτει τους εξευτελισμούς χωρίς ποτέ να τους υπερνικήσει κατά μέτωπο, είναι παλαιοί, δοκιμασμένοι και γνωστοί. Επειδή ο επαίτης κατάγεται, γεωγραφικά τουλάχιστον, από τον τόπο του Περικλή, πιστεύει ο ίδιος ότι δικαιούται να εμφανίζεται με χλαμύδα, τη λευκότητα της οποίας τίποτε, ούτε καν κατάφωρες παραχαράξεις και καταχρήσεις, δεν θα μπορούσε να σπιλώσει. Παράλληλα, οι περιοδικές πατριωτικές εξάρσεις ή αψιθυμίες, από διάφορες αφορμές, επιτρέπουν την ψυχολογικά βολική υπερκάλυψη της εθνικά ολέθριας συλλογικής πρακτικής από το υψιπετές εθνικό φρόνημα, της κοντόθωρης ευδαιμονιστής δραστηριότητας από το μετέωρο παραλήρημα. Επίσης καθιστούν δυνατή την ψευδαίσθηση της ομοψυχίας όταν οι ατομικές βλέψεις και οι προσωπικές επιδιώξεις στην πραγματικότητα αποκλίνουν τόσο, ώστε είναι πια δυσχερέστατο να συντονισθούν με καθοριστικό άξονα τις επιταγές μιας μακρόπνοης εθνικής πολιτικής. Η κραυγαλέα επίδειξη ομοψυχίας υποκαθιστά έτσι την ύπαρξη πρακτικά δεσμευτικής και αποδοτικής ομογνωμίας πάνω σε συγκεκριμένα ζητήματα και συγκεκριμένες λύσεις.

Έτσι, ό,τι θα έπρεπε ν’ αποτελεί ψυχολογικό θεμέλιο για την άσκηση εθνικής πολιτικής μετατρέπεται σε ψυχολογικό άλλοθι για τη ματαίωση των προϋπο­θέσεών της, καθώς η διαρκής πατριωτική μέθη εμποδίζει μόνιμα τους ευτυχείς φορείς της να αποκρυσταλλώσουν τη ρητορική εθελοθυσία τους σε κοινές πραγματιστικές πολιτικές αποφάσεις, ήτοι σε μία κατανομή ευθυνών, εργασιών, προσφορών και απολαβών μέσα σ’ ένα μακρόχρονο και δεσμευτικό πρόγραμμα εθνικής επιβίωσης. Όσο περισσότερο η συζήτηση μετατοπίζεται προς την κατεύθυνση τέτοιων αποφάσεων, τόσο γρηγορότερα η μέθη ξεθυμαίνει για να επικρατήσει και πάλι η ατομική ή «κλαδική» λογική του παρασιτικού καταναλωτισμού. Ως συνδετικός ιστός και ως κοινός παρονομαστής απομένει έτσι μία γαλανόλευκος πομφόλυξ.

Το γεγονός, το οποίο περιπλέκει αφάνταστα τη σημερινή ελληνική κατάσταση, κάνοντάς τη να φαίνεται κατ’ αρχήν αδιέξοδη, είναι ότι η υπέρβαση του παρασιτικού καταναλωτισμού ειδικότερα και του κοινωνικού και ιστορικού παρασιτισμού γενικότερα, η εκλογίκευση της οικονομίας και της εθνικής προσπάθειας στο σύνολο της, δεν προσκρούουν απλώς στα οργανωμένα συμφέροντα μιας μειοψηφίας, η οποία στο κάτω-κάτω θα μπορούσε να παραμερισθεί με οποιαδήποτε μέσα και προ παντός με τη συμπαράσταση της μεγάλης πλειοψηφίας. Τα πράγματα είναι ακριβώς αντίστροφα. Η συντριπτική πλειοψηφία του ελληνικού λαού όλων των κοινωνικών στρωμάτων έχει εν τω μεταξύ συνυφάνει, κατά τρόπους κλασσικά απλούς ή απείρως ευρηματικούς, την ύπαρξη και τις απασχολήσεις της με τη νοοτροπία και με την πρακτική του παρασιτικού καταναλωτισμού και του κοινωνικού παρασιτισμού.

Για να ακριβολογήσουμε, βέβαια, πρέπει να προσθέσουμε ότι σε σχέση με τη σύγχρονη Ελλάδα η έννοια του παρασιτισμού μόνον οξύμωρα μπορεί να χρησιμοποιηθεί: γιατί εδώ δεν πρόκειται για έναν λίγο-πολύ υγιή εθνικό κορμό, ο οποίος έχει αρκετές περισσές ικμάδες ώστε να τρέφει και μερικά παράσιτα ποσοτικώς αμελητέα, παρά για ένα πλαδαρό σώμα πού παρασιτεί ως σύνολο εις βάρος ολόκληρου του εαυτού του, ήτοι τρώει τις σάρκες του και συχνότατα και τα περιττώματα του. Οι κοινωνικές και ατομικές συμπεριφορές, πού ευδοκιμούν μοιραία σε τέτοιο μικροβιολογικό περιβάλλον, συμφυρόμενες με ζωτικότατα κατάλοιπα αιώνων ραγιαδισμού, βαλκανικού πατριαρχισμού και πελατειακού κοινοβουλευτισμού, αποτελούν την άκρα αντίθεση και τον κύριο φραγμό προς κάθε σύλληψη και λύση των προβλημάτων της εθνικής επιβίωσης πάνω σε βάση μακροπρόθεσμης και οργανωμένης συλλογικής προσπάθειας. Η σημερινή ψυχοπνευματική εξαθλίωση του ελληνικού λαού στο σύνολο του δεν νοείται ωστόσο εδώ με τη στενή σημασία των διαφόρων ηθικολόγων, παρά πρωταρχικά ως μέγεθος πολιτικό: έγκειται στην επίμονη και ιδιοτελή παραγνώριση της αδήριτης σχέσης πού υφίσταται ανάμεσα σε απόδοση και απόλαυση, και κατ’ επέκταση στην αδιαφορία απέναντι στην υπονόμευση του εθνικού μέλλοντος εξ αιτίας απολαύσεων μη καλυπτομένων από αντίστοιχη απόδοση.

Ως ελαφρυντικό πρέπει ίσως να θεωρήσει κανείς ότι οι πλείστοι Έλληνες δεν γνωρίζουν καν τι σημαίνει «απόδοση» με τη σύγχρονη έννοια και συχνά πιστεύουν ότι αποδίδουν μόνο και μόνο επειδή ιδροκοπούν, φωνασκούν και τρέχουν από το πρωί ως το βράδυ. Όμως αυτό ελάχιστα μεταβάλλει το πρακτικό αποτέλεσμα. Η δυσαρμονία απόλαυσης και απόδοσης ήταν ανεκτή όσο η απόλαυση ήταν γλίσχρα και όσο η απόδοση δεν μετριόταν πάντα με τα μέτρα των προηγμένων ανταγωνιστικών οικονομιών. Αλλά στις τελευταίες δεκαετίες μεταστράφηκαν και οι δύο αυτοί όροι: τα οικονομικά σύνορα έπεσαν, τουλάχιστον σ’ ό,τι άφορα το μέτρο της απόδοσης, εφ’ όσον δεν είναι δυνατό να αποτιμώνται με άλλο μέτρο απόδοσης τα (συνεχώς αυξανόμενα) εισαγόμενα και με άλλο τα εξαγόμενα, κι επομένως όποιος θέλει να εισαγάγει χωρίς να ξεπουληθεί πρέπει να εξαγάγει ίση απόδοση, οι αντιλήψεις για το τι σημαίνει απόλαυση προσανατολίσθηκαν, πάλι, μαζικά στα πρότυπα των προηγμένων καταναλωτικών κοινωνιών, έτσι ώστε η απόσταση απ’ αυτά να γίνεται από τους πλείστους αισθητή ως στέρηση. Έτσι η διάσταση ανάμεσα σε απόλαυση και απόδοση έγινε εκρηκτική, με αποτέλεσμα τον τελευταίο καιρό να ξαναγίνουν επίκαιρες ορισμένες στοιχειώδεις οικονομικές αλήθειες πού η Ελλάδα νόμιζε ότι τις είχε ξεπεράσει με την απλή μέθοδο του δανεισμού.

Με δεδομένες όμως τις νοοτροπίες και τις συμπεριφορές πού επισημάναμε παραπάνω, οι αλήθειες αυτές δεν επενέργησαν ως καταλύτης παραγωγικών ενεργειών, παρά μάλλον ως καταλύτης αντεγκλήσεων, η στειρότητα των οποίων επέτεινε τη συλλογική αμηχανία και αβουλία. Πράγματι, για όποιον δεν είναι εξ επαγγέλματος και ιδιοτελώς υποχρεωμένος (λ.χ. ως πολιτικός) να τρέφει και να διαδίδει ψευδαισθήσεις, είναι προφανές ότι η χώρα βυθίζεται στον κοινωνικό λήθαργο και στη συλλογική απραξία, ήτοι η κοινωνική πράξη έχει υποκατασταθεί από αντανακλαστικές κινήσεις: το νευρόσπαστο κινείται κι αυτό, όμως δεν πράττει. Η αίσθηση της αποσύνθεσης είναι γενική και δεσπόζει σε όλες τις συζητήσεις, ενώ η εξ ίσου διάχυτη δυσφορία εκτονώνεται όλο και ευκολότερα, όλο και συχνότερα σε προκλητική επιθετικότητα και σε επιδεικτική χυδαιότητα.

Η σημερινή κατάσταση του «πολιτικού κόσμου» δεν απέχει ουσιαστικά από τη γενική κατάσταση του περιούσιου λαού και αποτελεί επίσης ισχυρότατο εμπόδιο για την εκλογίκευση της εθνικής πολιτικής. Αν ο «πολιτικός κόσμος» κάποτε εμφανίζεται χειρότερος από τον «λαό», ενώ είναι απλώς ίδιος, ο λόγος είναι ότι ο «λαός» ή όσοι μιλούν εκάστοτε στο όνομα του έχουν ένα τακτικό πλεονέκτημα απέναντι στον «πολιτικό κόσμο»: μπορούν να τον αποκαλούν ανίκανο ή διεφθαρμένο χωρίς να φοβούνται δυσάρεστες συνέπειες – απεναντίας μάλιστα, αποκτούν πολύτιμους και εξαργυρώσιμους τίτλους δημοσίων κηνσόρων. Αλίμονο όμως σ’ έναν κοινοβουλευτικό πολιτικό αν τολμήσει να αποκαλέσει τον δήμο ηλίθιο ή ιδιοτελή κι αδιάφορο για το εθνικό μέλλον· η σταδιοδρομία του σε μεγάλο βαθµό εξαρτάται από την ικανότητα του να εγκωμιάζει τις μεγάλες ψυχικές αρετές και την ευθυκρισία ή τουλάχιστον το αλάνθαστο ένστικτο «του λαού  µας». Ωστόσο δεν έχουμε ενδείξεις για να υποθέσουμε ότι πολλοί  Έλληνες πολιτικοί στις ημέρες µας αντιμετωπίζουν το δίλημμα της επιλογής μεταξύ παρρησίας και σταδιοδρομίας. Είναι οι ίδιοι, στη μέγιστη πλειοψηφία τους, τόσο ζυμωμένοι µε τις διάφορες (όχι αναγκαία τις ίδιες πάντοτε) εκφάνσεις εκείνου πού συνιστά τη σημερινή ψυχοπνευµατική εξαθλίωση του ελληνικού λαού, ώστε δεν χρειάζεται καν να κρύψουν µια περιφρόνηση, την οποία δεν έχουν αρκετό επίπεδο για να αισθανθούν· µάλλον θαυμάζοντας τον λαό θαυμάζουν τον εαυτό τους ως ηγέτη του και µάλλον δείχνοντας κατανόηση προς τούς άλλους επαιτούν επιείκεια γι’ αυτούς τούς ίδιους.

Μεταξύ τους έχει άλλωστε εμπεδωθεί, αν όχι η ξεκάθαρη συνείδηση, πάντως η πρακτική του ότι αποτελούν κι αυτοί, όπως και όλες οι άλλες κοινωνικές ομάδες, κλάδο µε ειδικά συμφέροντα, µε μόνη τη διαφορά ότι ο κλάδος αυτός εξυπηρετεί τα ειδικά του συμφέροντα διαχειριζόμενος ή εκποιώντας τα γενικά συμφέροντα προς όφελος πολυπληθέστατων τρίτων.

Η ακραία και ολεθριότερη περίπτωση αυτής της πρακτικής ήταν η ένταξη της χώρας  στον δρόµο του παρασιτικού καταναλωτισμού και η εκσυγχρονισμένη εμπέδωση του κοινωνικού παρασιτισμού µε αντάλλαγμα την εύνοια «του λαού», ήτοι τη νομή της εξουσίας.  Ένας τέτοιος «πολιτικός κόσμος» δεν θα είναι ποτέ ικανός ως σύνολο να θέσει και να λύσει το πρόβλημα της εθνικής πολιτικής και της εθνικής επιβίωσης παρά μόνον ευκαιριακά και φραστικά – είναι ο ίδιος όχι µόνο προαγωγός, αλλά και προϊόν του κοινωνικού παρασιτισμού, ανήμπορος ως εκ της φύσεως του να αντιταχθεί στον «λαό», όταν ο «λαός» απαιτεί την εκποίηση του έθνους για να καταναλώσει περισσότερα και να εργασθεί λιγότερο.

Πέρα απ’ αυτό, είναι ανίκανος να κάνει κάτι τι διαφορετικό απ’ ότι κάνει λόγω του επιπέδου και του ποιού του. Ότι ο σημερινός ελληνικός «πολιτικός κόσμος», κοινοβουλευτικός και εξωκοινοβουλευτικός, αποτελείται ως επί το πολύ από πρόσωπα ελαφρά έως φαιδρά, δεν αποτελεί καν κοινό μυστικό· αποτελεί πηγή δημόσιας θυμηδίας, συχνά µε τη σύμπραξη των ίδιων των διακωμωδουμένων. Οι λίγοι, που έχουν γνώση και συνείδηση, που κάτι είχαν και κάτι διατηρούν μέσα στους ρηχούς, καριερίστες ή απλώς ψευτόμαγκες συναδέλφους τους, καταπίνουν κι αυτοί τη γλώσσα τους ή μιλούν µε πρόσθετες περιστροφές όταν τα θέματα γίνονται οριακά για την πολιτική τους επιβίωση.

Η κομματικοποίηση των μεγάλων θεμάτων της εθνικής πολιτικής και η άγρια εσωτερική τους εκμετάλλευση είναι πασίγνωστη ήδη από το γεγονός ότι οι πάντες την επιρρίπτουν στους πάντες – διαιωνίζοντάς την. Στο σημείο αυτό γίνεται εμφανέστατη η εθνική ανεπάρκεια του ελληνικού «πολιτικού κόσμου» και συνάμα ο οργανικός του συγχρωτισμός µε τη σημερινή κατάσταση της ελληνικής κοινωνίας, ο οποίος τον καθιστά ανίκανο να της αντιπαραταχθεί για να την καθοδηγήσει. Ο κατακερματισμός των αντιλήψεων για την ελληνική εθνική πολιτική, ο μικροπολιτικός της χειρισμός και η σύνδεση της µε ζητήματα προσωπικού γοήτρου αντανακλούν τον κατακερματισμό του κοινωνικού σώματος, τον αποπροσανατολισμό του συνόλου λόγω του ιδιοτελούς και παρασιτικού προσανατολισμού των ατόμων και των ομάδων.

Σ’ αυτό το πλαίσιο θα ήταν βέβαια μάταιο ν’ αναμένει κανείς από τους συγκαιρινούς Έλληνες διανοουμένους να δώσουν εκείνοι ότι αδυνατεί να δώσει ο κατά τεκμήριο αρμοδιότερος «πολιτικός κόσμος». Όχι μόνον επειδή οι ίδιοι είναι κατακερματισμένοι σε ομάδες επίσης κατακερματισμένες σε εν πολλοίς αυτιστικά άτομα, όχι μόνον επειδή η γενική τους μόρφωση θυμίζει ως προς το ποιόν και τη συγκρότηση της τον αεριτζίδικο και αυτοσχεδιαστικό χαρακτήρα της ελληνικής οικονομικής δραστηριότητας, όχι μόνον επειδή για τις παγκόσμιες πολιτικοοικονομικές εξελίξεις γνωρίζουν συνήθως ακόμα λιγότερα και από τα όσα επιφανειακά  και ασυνάρτητα γράφονται στις ελληνικές εφημερίδες, αλλά και για έναν πρόσθετο λόγο: επειδή  αντιλαμβάνονται την πολιτική µε βάση φιλολογικές ή ηθικολογικές κατηγορίες και επιχειρούν πολιτικές αποφάνσεις  στο επίπεδο των αντίστοιχων νερουλών γενικεύσεων. Πλείστοι όσοι «αριστεροί» διανοούμενοι  πέρασαν τη ζωή τους κανοναρχώντας ότι η οικονομία είναι η «βάση» και τα υπόλοιπα το «εποικοδόμημα», χωρίς ωστόσο ποτέ τους να πληροφορηθούν τι σημαίνει εθνικό εισόδημα ή ισοζύγιο πληρωμών και χωρίς ποτέ να προσπαθήσουν  να κατανοήσουν τα συγκεκριμένα προβλήματα της χώρας τους ξεκινώντας (και) από τέτοια μεγέθη. Γι’ άλλους πάλι, οι οποίοι κηρύσσουν την υπεροχή ή και την παντοδυναμία του «πολιτισμού» ή του «πνεύματος», η αφ’ υψηλού θεώρηση ή η άγνοια οικονομικών, γεωπολιτικών  ή στρατιωτικών παραγόντων μπορεί και ν’ αποτελεί περίπου τίτλο τιμής.

Ως κυρίαρχη και ευρύτερα αποδεκτή εθνική πολιτική εμφανίζεται σήμερα ο «ευρωπαϊκός προσανατολισμός» της χώρας, µε τελικό του σκοπό την οργανική της ένταξη σε μιαν οικονομικά και πολιτικοστρατιωτικά ενοποιημένη Ευρώπη, µε τη βοήθεια της οποίας η Ελλάδα και την οικονομία της θα εκσυγχρόνιζε και την ακεραιότητά της θα διασφάλιζε –κοντολογής θα έλυνε– το πρόβλημα της εθνικής της βιωσιμότητας. Πολύ φοβούμαι ότι στην προοπτική αυτή κατά κύριο λόγο αντανακλώνται όχι πραγματικές δυνατότητες παρά ευσεβείς πόθοι ανάμεικτοι µε μυθολογικές κατασκευές. Όπως δηλαδή η ακάματη ελληνική μυθολογική φαντασία πριν από λίγο ακόμη απέδιδε όλα τα δεινά στα ζοφερά  σχέδια και τεχνάσματα των Ηνωμένων Πολιτειών, έτσι τώρα αναμένει όλα τα αγαθά από το αντίθετο μυθολόγηµα, εκείνο της γενναιόδωρης και αλληλέγγυας «Ευρώπης». Δεν είναι δύσκολο να αντιληφθεί κανείς  ότι, από ψυχολογική άποψη, η ευρωπαϊκή πανάκεια αποτελεί μιαν ακόμη μεταμφίεση του όψιμου επιχώριου ευδαιμονισμού, ο οποίος ονειρεύεται ανεξάντλητες πηγές επιδοτήσεων και συνάμα την έμμεση τουλάχιστον διασφάλιση των συνόρων από ξένα όπλα, έτσι ώστε να κατοχυρωθεί απ’ όλες τις πλευρές και να «την αράξει».

Θα ήταν πολύ αξιοπρεπέστερο –και γονιμότερο– αν το ελληνικό έθνος έσφιγγε τα δόντια και αντλούσε ένα πικρό, αλλά ζωτικό διπλό συμπέρασμα: ότι η σημερινή  Ελλάδα αποτελεί  στο πλαίσιο της διεθνούς  κοινότητας µια παρακατιανή επαρχία, η οποία, κατά μέγα μέρος από δική της υπαιτιότητα, είναι όχι μόνον ανίσχυρη, αλλά και ανυπόληπτη, και ότι γι’ αυτόν τον λόγω σε κάθε μεγάλη κρίση θα βρεθεί εξ ίσου μόνη όσο λ.χ. και το 1974.  Βεβαίως,  µια τέτοια νηφάλια  διαπίστωση κάθε άλλο παρά πρέπει να οδηγήσει σε µια –διόλου νηφάλια– διάθεση αποκοπής από κάθε συμμαχία και κάθε είδους ένταξη σε υπερεθνικούς οργανισμούς.

Ώστε η «ευρωπαϊκή ένταξη» διόλου δεν θα λύσει τα μεγάλα προβλήματα της ελληνικής εθνικής πολιτικής κατά τον ευθύγραμμο τρόπο που φαντάζονται πολλοί  Έλληνες «ευρωπαϊστές», ποζάροντας από τώρα ως ξεσκολισμένοι και υπερώριμοι «Ευρωπαίοι».  Όμως επίσης δεν θα τα έλυνε µια ελληνοκεντρική αναδίπλωση, η οποία ναι µεν είναι χρήσιμη για να θυμάται κανείς που και που ότι σε τελευταία ανάλυση πρέπει να σταθεί στα δικά του τα πόδια, εφ’ όσον ούτε από το πετσί του μπορεί να βγει, ωστόσο καθίσταται επιζήμια όταν ως πρόταση συνάπτεται µε διάφορες  ανιστόρητες ανοησίες που αντιπαραθέτουν στην «πνευματική» Ανατολή την «υλόφρονα» Δύση κτλ.

Είναι πολιτικά νήπιος όποιος αναφέρεται στις δήθεν γενικές σύγχρονες τάσεις για υπέρβαση του εθνικού κράτους και για τη βαθμιαία πτώση των συνόρων, αποσιωπώντας ότι είναι δύο πολύ διαφορετικά πράγματα να περνούν τα σύνορά σου στρατιές τουριστών και να τα περνούν  τα στρατεύματα ενός γειτονικού κράτους. Και εξ ίσου πολιτικά νήπιοι είναι όσοι φαντάζονται ότι τα «ανθρώπινα δικαιώματα» μπορούν ν’ αποτελέσουν αμετακίνητο κριτήριο για την άσκηση εθνικής πολιτικής, παραγνωρίζοντας τη συγκεκριμένη επήρεια και χρήση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε κάθε πολιτική συγκυρία.

Ας επαναλάβουμε, κλείνοντας, ότι σκοπός  των σύντομων αυτών παρατηρήσεων δεν ήταν, ούτε μπορούσε να είναι, η διατύπωση συγκεκριμένων προτάσεων πάνω στα συγκεκριμένα προβλήματα που αντιμετωπίζει σήμερα η ελληνική εξωτερική πολιτική. Θελήσαμε να τονίσουμε την απλή και στοιχειώδη αλήθεια, ότι µια τελεσφόρα και μακρόπνοη εθνική πολιτική μπορεί ν’ απορρεύσει μονάχα από μιαν ακμαία εθνική οντότητα ως conditio sine qua non.

Το τι θα κάμει στα επί μέρους όποιος διαθέτει την απαραίτητη τούτη προϋπόθεση εξαρτάται από τον εκάστοτε διεθνή συσχετισμό δυνάμεων, από τις εκάστοτε ανάγκες και επιδιώξεις του. Για να περπατήσει κανείς πρέπει πρώτα-πρώτα να έχει πόδια· το πού, πώς και πότε θα πάει, δεν το ξέρει πάντοτε εκ των προτέρων και δεν το καθορίζει πάντοτε ο ίδιος. Συχνότατα η σημερινή ελληνική εθνική πολιτική θυμίζει κάποιον ο οποίος δεν ανησυχεί γιατί δεν έχει πόδια, πιστεύοντας ότι στην κρίσιμη στιγμή θα του φυτρώσουν φτερά. Η στάση αυτή δεν προμηνύει τίποτε καλό· πράγματι, µια νηφάλια εκτίµηση µάλλον θα κατέληγε στο πόρισµα ότι είναι άκρως αμφίβολο αν η Ελλάδα θα µπει στον επίπονο και τραχύ δρόµο της εσωτερικής ανόρθωσης, που µόνος θα της έδινε τις προϋποθέσεις για την άσκηση εθνικής πολιτικής ικανής ν’ αντεπεξέλθει στις εξαιρετικά δυσχερείς συνθήκες της σημερινής πλανητικής συγκυρίας». Μάλλον θα συνεχίσει να αιωρείται αμήχανα μεταξύ ευρωπαϊκών ελπίδων και υπεραναπληρωτικού νευρωτικού εθνικισμού, ανήκοντας στην Ευρώπη με τον πιθηκισμό της και στα Βαλκάνια με ό,τι γνησιότερο έχει: τη μιζέρια και τον επαρχιωτισμό της. Αυτό επιβάλλεται να πει όποιος επιχειρεί σήμερα μία διάγνωση πέρα από επιθυμίες και φόβους, συμπάθειες και αντιπάθειες. Ούτε αγνοώ ούτε λησμονώ τις άκρως τιμητικές ατομικές εξαιρέσεις έναντι των κανόνων πού διέπουν τη λειτουργία της σημερινής ελληνικής κοινωνίας. Όμως οι εξαιρέσεις δεν μπορούν ν’ αποτελέσουν το αντικείμενο μιας σύντομης κοινωνιολογικής και πολιτικής ανάλυσης, όταν οι κανόνες είναι τόσο εξόφθαλμοι και τόσο επαχθείς. Πολλοί ίσως βρουν υπερβολικά καυστικές διάφορες εκφράσεις απ’ όσες χρησιμοποιήθηκαν στην παραπάνω περιγραφή. Θα είναι ασφαλώς εκείνοι πού ακόμα δεν κατάλαβαν ότι στην Ελλάδα δεν υπάρχουν πια περιθώρια για μισόλογα και διακριτικούς υπαινιγμούς.

__________________________________________________________________

ΥΓ. Περισσότερα για τον Κονδύλη:

  1. http://www.koutsourelis.gr/index1.php?subaction=showfull&id=1216545320&archive=&start_from=&ucat=6&
  2. http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A0%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CF%8E%CF%84%CE%B7%CF%82_%CE%9A%CE%BF%CE%BD%CE%B4%CF%8D%CE%BB%CE%B7%CF%82
  3. http://www.mikrosapoplous.gr/extracts/kondilism.html
  4. http://www.ifestos.edu.gr/44%20Kondylis%20collection%20of%20elektronic%20texts.htm
  5. http://gkdata.gr/2012/02/10/%CF%80%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CF%8E%CF%84%CE%B7-%CE%BA%CE%BF%CE%BD%CE%B4%CF%8D%CE%BB%CE%B7-%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%86%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CE%BD-%CE%B1%CF%80%CF%8C-%CF%84%CE%BF/

 

Posted in Uncategorized | Σχολιάστε

Μικρές, ασήμαντες(?) ρωγμές…

Όπως όλοι μας, για νάχω να πορεύομαι, έχτισα σταδιακά μέσα στα χρόνια, το δικό μου πύργο αξιών: Γερά θεμέλια στη νιότη, κάτι καλαφατίσματα αργότερα, μερικά στολίδια για νάναι όμορφο κι ελκυστικό, κάποιες περιστασιακές μικροδιορθώσεις στην πορεία της ζωής…

Κι εκεί που το καράβι καλά αρμένιζε για χρόνια, πέσανε μεγάλες σφαλιάρες σε προσωπικό αλλά και κοινωνικό επίπεδο. Αυγουστιάτικα, δεν είναι η ώρα τους να μιλήσω για αυτές, ας θυμηθούμε μόνο, σαν παράδειγμα, την πτώση της ΕΣΣΔ επί Gorbachev ή την πρόσφατη κρίση που διανύουμε και τις αποκαλύψεις που καθημερινά τη συνοδεύουν… Οι μεγάλες αυτές σφαλιάρες κλονίζουν τα ύφαλα, το σκάφος μπάζει νερά κι άντε να τα μαζεύεις…

Υπάρχουν όμως και κάτι μικρές, ασήμαντες ρωγμές που γίνονται στα έξαλα του σκάφους και το νερό που μπαίνει μέσα, κάνει το σκάφος να δακρύζει εσωτερικά …

Να, ένα παράδειγμα κατάλληλο για ένα μουσικοστρεφές περιοδικό σαν το Tar:  Χρόνια τώρα, είχα έναν παραπάνω λόγο να θαυμάζω τους Beatles. Τον κρατούσα καλά φυλαγμένο να μην μου τον κλέψουν και τον παρουσίαζα αυτάρεσκα μόνο στους φοιτητές μου στο αμφιθέατρο, όταν τους συζητούσα τις αρχές της αξονικής τομογραφίας: Ο αξονικός τομογράφος εφευρέθηκε τη δεκαετία του 1970 από τους Allan MacLeod Cormack και τον  Sir Godfrey Newbold Hounsfield που πήραν γι αυτήν τους την εφεύρεση το Nobel το 1979. Το πρωτότυπο (φωτό)  κατασκευάσθηκε  στα ερευνητικά εργαστήρια της  EMI Ltd  στο Middlesex.

Το πρωτότυπο CT scanner

Θα θυμάστε ότι η ΕΜΙ ήταν η δισκογραφική εταιρεία των Beatles που μεσουρανούσαν (φωτό) και πολλοί είχαν γράψει ότι η κατασκευή του αξονικού τομογράφου ήταν χορηγία των Beatles, ήταν η συνεισφορά τους στην ιατρική …  Νάτος ο παραπάνω λόγος να τους συμπαθώ.

Χρόνια το παρέδιδα ως κιβωτό στους φοιτητές… Ένα ακόμα στολίδι στο αξιακό μου κάστρο που το μοιραζόμουν και ταυτόχρονα τους κέρδιζα για να εμπεδώσουν τη σημασία της αξονικής τομογραφίας…

Ώσπου πρόσφατα, κι αυτό το στολίδι ξέφτισε: Σ ένα τελευταίο άρθρο με τίτλο «Πρέπει στ αλήθεια να ευχαριστούμε τους  Beatles για τη χρηματοδότηση της ανακάλυψης του αξονικού τομογράφου ?» (J Comput Assist Tomogr. 2012 Mar-Apr;36(2):161-4), οι συγγραφείς καταλήγουν ότι η συνεισφορά τους ήταν έμμεση και ασήμαντη σε σχέση με την κρατική χρηματοδότηση: Άλλη μια μικρή, ασήμαντη ρωγμή, ένα ακόμα δάκρυ στα τοιχώματα του αξιακού μου σκάφους…

Ζητώ συγνώμη απ όσους/όσες παραπλάνησα όλα αυτά τα χρόνια.

Αδιόρθωτα αισιόδοξος, σκέφτομαι από τη νέα ακαδημαϊκή χρονιά, να διηγούμαι την παραπάνω ιστορία όχι μόνο στους φοιτητές μου αλλά και σ όλους μας, μόνο να την καλαφατίζω στο τέλος αισιόδοξα με τους στίχους του Leonard Cohen (από το Anthem, δέστε το video παρακάτω) που λέει, ανάμεσα σ άλλα σπουδαία:

Παντού υπάρχει μια ρωγμή, αλλά είναι μέσα από αυτήν που μπαίνει το φώς…

There is a crack, a crack in everything
That’s how the light gets in.

Posted in Uncategorized | Σχολιάστε